φῦον

φῦον
φύω
bring forth
pres part act masc voc sg
φύω
bring forth
pres part act neut nom/voc/acc sg
φύω
bring forth
imperf ind act 3rd pl (homeric ionic)
φύω
bring forth
imperf ind act 1st sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μεταρρυθμίζω — (ΑΜ μεταρρυθμίζω) μεταβάλλω τον ρυθμό, τη μορφή, το σχήμα ή την τάξη, μετασχηματίζω, τροποποιώ, αναπλάθω, αναδιοργανώνω, αναμορφώνω (α. «οἱ παραλαβόντες διδαχῇ παρὰ Φοινίκων τὰ γράμματα, μεταρρυθμίσαντες σφέων ὀλίγα», Ηρόδ. β. «μεταρρυθμίζω την… …   Dictionary of Greek

  • τριφυόν — Α (κατά τον Ησύχ.) «τριπλοῡν». [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + φυος (< φύω / ομαι), πρβλ. τετρά φυον] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”